Ο Υπολοφόδος ο δασερός εν εξαφανισμένον βατίν, γνωστόν που τα απολιθωμένα δόντια του τζ̌αι που σπάνια δερματικά φυμάτια. Εν ο τύπος του γένους «Υπολοφόδος», τζ̌αι διαφέρει που τα συγγενή είδη στα δόντια, τα οποία έχουσιν πλαθκειάν τζ̌αι λείαν μασητικήν επιφάνειαν, με αμυδρήν εγκάρσιαν ακρολοφίαν τζ̌αι έντονον, στροντζ̌ζ̌υλόν εξόγκομαν στην γλωσσικήν του πλευράν. Τούντο 'ξόγκομαν εν τό 'χουσιν οι άλλοι Υπολοφόδοντες, όπως για παράδειγμαν ο Υ. παταγωνικός. Το σμάλτον μπορεί να'ν νάκκον ζαρωμένον, τζ̌αι η κορωνίδα του δοντιού να ρέμπει νάκκον που πάνω που την ρίζαν. Η δε ρίζα εν διχαλωτή τζ̌αι έσ̌ει σγιαν αυλατζ̌ιές στην γλωσσικήν πλευράν. Αμμά τζ̌αι που τον βορειοαμερικάνικον Υ. δοκκερίου διαφέρει, στο μέγεθος (πο'ν πιο μιάλος), στην οδοντοφυΐαν τζ̌αι στην δομήν της ρίζας των δοντιών.
Τα δερματικά φυμάτια που συνδέουνται με τον Υ. δρυμώδην ποικίλλουσιν στην μορφήν - ορισμένα εν ωοειδή με αγκαθθούιν μιτσίν κεντρικόν τζ̌αι αυλακούθκια ακτινωτά γυρόν-γυρόν, αλόπως για προστασίαν στην ράσ̌ην του ή στον νούρον του. Αν τζ̌αι σκελετοί ολόκληροι εν-ι-βρεθήκασιν, εσυγκρίναν το με σύγχρονα βαθκιά πό'χουσιν παρόμοια δόντια τζ̌αι φαίνεσται πως το πλάτος του σώματος του ήταν πας στα 30 με 60 εκατοστά, αμμά κανένας έν-ι-ξερει σίουρα.
Τούτον το είδος εξαπλώθην πιο πολλά γεωγραφικά, τζ̌αι έζησεν πολλύν παραπάνω τζ̌αιρόν που άλλα του γένους του. Ευρέθην σε θαλάσσια αποθέματα του Παλαιοτζ̌αίνου τζ̌αι του Ηωτζ̌αίνου στην Ευρώπην, στην Βόρειαν Αμερικήν τζ̌αι στην κεντρικήν Ασίαν. Φαίνεσται πως εζ̌ιούσεν στον πάτον της θάλασσας, μιας τζ̌αι τα δόντια του εν προσαρμοσμένα για σκληροφαγίαν· έτρωεν, πιστεύκεται, κοχύλια με τα τζ̌ελύφη τους αλέθωντάς τα.